Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Γαλλία: ποιος θα σύρει τον χορό;



Έχασε και την Γερουσία, μετά τις ευρωεκλογές και τις δημοτικές, ο Ολαντ. Κοινώς: Όταν παίρνω φόρα, φόρα-κατηφόρα κι ο θεός ο ίδιος δεν με σταματά. Μεταρρυθμίσεις κι όχι αέρα κοπανιστό Monsieur, διαφορετικά τα πολιτικά ζόμπι, τύπου Σαρκοζί καραδοκούν, κι όχι αδικαιολόγητα.

Το κλασσικό κλαψονιαούρισμα -ας μου επιτραπεί ό όρος-  των Γάλλων Σοσιαλιστών ότι παρέλαβαν καμμένη γη, δεν πιάνει  -κι ευτυχώς- τόπο. Οι πρωτοβουλίες που μετουσιώνονται σε πράξεις υπολογίζονται, ενώ οι μονομερείς διαπιστώσεις εκλαμβάνονται -και πολύ σωστά- ως πολιτική αδυναμία, αν όχι ατολμία.

Προς το παρόν κερδισμένοι δεν είναι ούτε οι Γάλλοι επί τω συνόλω, ούτε η Δεξιά, ούτε οι Σοσιαλιστές, αλλά το Εθνικό Μέτωπο της Μαρί Λεπέν, το ακροδεξιό τμήμα του γαλλικου κοινοβουλιου που καμουφλαρεται τελευταία άκρως επιτυχημένα ως ριζοσπαστική δεξιά για να 'ναι πιο ελκυστικό και να μην τρομάζει την μεσαία τάξη.

Ανησυχητικά τα μηνύματα της Γαλλικής Δημοκρατίας, λοιπόν, όχι μόνον σε οικονομικό, αλλά ιδίως σε πολιτικό επίπεδο. Αρκεί ένας νέος υπουργός Οικονομικών να φέρει την πολυπόθητη "άνοιξη"; Προφανώς και όχι. Αρκούν οι πρωτοβουλίες για την ανακοπή της ανόδου του μουσουλμανικού εξτρεμισμού; Αναμφίβολα και όχι.

Το πρόβλημα είναι ότι την πολιτική ατζέντα δεν την καθορίζει καν η κυβέρνηση κι ούτε καν η αξιωματική αντιπολίτευση, αλλά είτε πολιτικές προσωπικότητες εκτός γαλλικών συνόρων, είτε καρικατούρες της εγχώριας γαλλικής σκηνής. Και το θέμα είναι ότι τους μεν πρώτους τους χρειάζεσαι, τους δε δεύτερους δεν αρκεί να τους αγνοείς.

Σταυρόλεξο για δύσκολους λύτες. Αλλά αυτό ήταν πάντα η γοητεία και η πρόκληση της πολιτικής, μην γελιόμαστε. Όποιος μπαίνει στο χορό, θα χορέψει. Το αν θα το κάνει επιτυχημένα και με διάρκεια μαλιστα, εξαρτάται από πολλούς εξωγενείς παράγοντες, αλλά κυρίως από την βούληση του ιδίου να πρωτοστατήσει του "χορού". Μέχρι στιγμής ο κ. Ολαντ κρατά το μαντήλι κι αφήνουν τους άλλους να τον "σέρνουν"... δυστυχώς. Για πόσο; Όχι για πολύ, γιατι τα παλαμάκια τελείωσαν κι η ορχήστρα κουράστηκε. Εκτός κι αν ο Γάλλος πρόεδρος επιδείξει την τελευταία στιγμή μοναδικές, αν όχι εκπληκτικές ικανότητες. Μπορεί; Οι συνθήκες δεν τον ευνοούν. Και η πολιτικη αρένα, ως γνωστόν, δεν αντέχει, ουτε αρέσκεται σε αδύναμους κρίκους.

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα

Tης Ευφροσύνης Παυλακούδη, 
δημοσιογράφου-information architect

 Μια βδομάδα τώρα κι όλοι ασχολούνται με τη λεγόμενη στροφή του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης προς τον λεγόμενο μεσαίο χώρο, τις οικονομικές εξαγγελίες του κ. Τσίπρα στη ΔΕΘ, τις συναντήσεις του με οικονομικούς, θρησκευτικούς και πολιτικούς παράγοντες στο εξωτερικό. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: μιλάμε για ρεαλιστική στροφή της Κουμουνδούρου προς στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα ή μήπως για επικράτηση της ιδεοληψίας με επικίνδυνους μαξιμαλισμούς στην αλυσίδα ενός αριστερού λαϊκισμού;

Και για να μην παρεξηγηθώ. Δεν θα έπρεπε να κάνει εντύπωση η ρελάνς παροχολογίας του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη ΔΕΘ. Ακολούθησε την πεπατημένη. Υποσχέθηκε λαγούς με πετραχήλια, όπως ακριβώς έκαναν όλο το προηγούμενο διάστημα και οι προκάτοχοί του. Καμία έκπληξη, λοιπόν, στο ότι υποσχέθηκε ζωή χαρισάμενη, αν τον εκλέξουμε πρωθυπουργό οσονούπω. Μια από τα ίδια έλεγαν και οι πάλαι ποτέ εν δυνάμει πρωθυπουργοί να θυμίσω. Θα περίμενε κάποιος, βέβαια, κάτι διαφορετικό, πόσο μάλλον όταν το νέο και καινοτόμο προβάλλονται ως παντιέρα της πολιτικής στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ. Φευ. Αν και πολύ πιο νέος ο κ. Τσίπρας, ο λόγος του ήταν τόσο μονολιθικός και παλαιοκομματικός που τα πολιτικά ζόμπι εν Ελλάδι έσπευσαν να χειροκροτήσουν την επικράτηση ότι χειρότερου έχει αναδείξει η Μεταπολίτευση: «τάζω το ανέφικτο ως σωτήρας και καταγγέλλω τους πάντες ως αδίστακτους, αν όχι ανόητους».

 Ωστόσο, το ότι επικεντρώθηκε στους οικονομικά ασθενέστερους, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι δεν είναι παράπτωμα. Μην αποτρελαθούμε κιόλας. Η πολιτική δεν μπορεί κι αλλοίμονο αν περιορίζεται μόνο σε δείκτες, ελλείμματα, πλεονάσματα, χρέη. Υπάρχει κι ο παράγοντας άνθρωπος. Η κοινωνία έχει και μια καθημερινότητα πέρα από τις συζητήσεις στο ECOFIN και τις ανακοινώσεις της EΛΣΤΑΤ. Και όπως πολύ σωστά τόνισε κι ένας φίλος πρόσφατα, έστω και παρακινδυνευμένα: «κι η Βραζιλία έχει ρυθμό ανάπτυξης, που πολλοί θα ζήλευαν, αλλά έχει και φαβέλες, ε; Μην ξεχνιόμαστε». Σωστή η παρατήρηση και αιχμηρή, αλλά εδώ δεν διαθέτουμε ούτε καν έναν εύλογο ρυθμό ανάπτυξης να υπενθυμίσω, ούτε έχουμε φτάσει φυσικά σε τέτοια φαινόμενα γκετοποίησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να προσέξουμε και να επικεντρωθούμε στη διατήρηση, αν όχι αναβάθμιση του κοινωνικού ιστού. Από αυτή την άποψη, οι εξαγγελίες του κ. Τσίπρα στη ΔΕΘ ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση.

Το πρόβλημα είναι ότι οι πηγές χρηματοδότησης που επικαλείται δεν τεκμηριώνονται. Και το χειρότερο είναι ότι δεν δίνει επί της ουσίας καμία εναλλακτική στο τι πρέπει να αλλάξει για να αυξηθεί η παραγωγική ικανότητα της χώρας. Πώς δηλαδή θα δημιουργήσει ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες; Με αέρα κοπανιστό; Ή μήπως το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα κλείσει ως δια μαγείας; Δυστυχώς δεν υπάρχουν κορόιδα που χαρίζουν λεφτά εσαεί χωρίς όρους, ελέγχους και ρήτρες. Μοιραίες ψευδαισθήσεις, μάλιστα, με όχημα την αναπαλαίωση του κρατισμού, όχι μόνον είναι επικίνδυνες, αλλά και ιδιαίτερα απαγορευτικές πόσο μάλλον σε συνθήκες μιας ούτως ή άλλως παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Η Σοβιέτα μας τελείωσε και ευτυχώς. Δεν ζούμε στην εποχή του Κέινς και είναι απορίας άξιο πώς στα κομμάτια δεν το έχει αντιληφθεί ο κ. Τσίπρας. Στο 2014 είμαστε… Κι όταν μιλάει για έλεγχο από το κράτος των συστημικών τραπεζών, το μήνυμα προς την αγορά, τους δανειστές και τους καταθέτες είναι όχι απλά άσχημο, αλλά και αποτρεπτικό, στο να διατηρήσει κάποιος τα χρήματά του σε ελληνική τράπεζα, αν όχι σκέφτεται να τα επενδύσει στη χώρα αυτή.

Επίσης, ενώ επικαλείται ότι θα αποκαταστήσει τις συντάξεις, θα χαρίσει τα δάνεια, θα αυξήσει τις επενδύσεις, θα δημιουργήσει 300.000 θέσεις, θα πάει τον κατώτατο μισθό στα 751 ευρώ, θα επαναφέρει το αφορολόγητο όριο στα 12.000 ευρώ με κατάργηση μάλιστα των ΤΑΙΠΕΔ, ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ και ΕΝΦΙΑ, δεν αναφέρει πουθενά και προφανώς σκοπίμως -εκτός κι αν κάποιοι θέλουν να πιστέψουμε ότι είναι ατυχώς αφελής ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που δεν νομίζω- ότι:  
1)Η συναίνεση των εταίρων μας ως προς τη διάθεση 3 δισ. ευρώ του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για τις ρυθμίσεις των κόκκινων δανείων, κάθε άλλο παρά σίγουρη δεν είναι, ιδιαιτέρα όταν αυτή τη στιγμή, δεν συναινούν προς το παρόν ούτε ως προς τη διάθεσή τους για το χρηματοδοτικό κενό της χώρας. 2)Δεν θα είναι εύκολο να αποσπαστούν πόροι του ΕΣΠΑ, αφού είναι ήδη κατανεμημένοι σε άλλα προγράμματα. Αλλά ακόμη κι αν συμβεί κάτι τέτοιο θα απαιτήσει τόσο χρόνο, που ο κ. Τσίπρας απλά δεν διαθέτει για την υλοποίηση έστω του 1/10 των παραπάνω που υπόσχεται. 3)Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής δεν θα αποφέρει αμέσως 3 δισ. ευρώ και οι ρυθμίσεις οφειλών άλλα τόσα (επιπλέον των όσων ήδη αποδίδουν), αν δεν υπάρξει κάποια δομική αλλαγή στους διοικητικούς μηχανισμούς και στην ασκούμενη πολιτική. Αντιθέτως ο κ. Τσίπρας προτείνει επιστροφή στο προ κρίσης μοντέλο με φοροαπαλλαγές μάλιστα ευρείας κλίμακας οι οποίες μάλιστα απαλλάσσουν αυτόματα το 1/3 του πληθυσμού από την άμεση φορολογία (σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνεται σχεδόν το σύνολο των ελεύθερων επαγγελματιών), ενώ η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ για την πρώτη κατοικία, απαλλάσσει από το φόρο πάνω 4.000.000 κατοικίες.

Κοινώς τύφλα να ’χει ο ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Αυτός δεν είναι απλά εν δυνάμει πρωθυπουργός, αλλά ο Χαρυ Πόττερ των Οικονομικών. Και άντε ότι βγαίνει το παραπάνω πρόγραμμα, με δεήσεις στο Αγ. Όρος και τις ευλογίες του Πάπα, όταν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης λέει ότι «η απασχόληση θα φέρει ανάπτυξη, όχι η ανάπτυξη την απασχόληση», τί ακριβώς εννοεί; Ο Στίγκλιτς, ο Κρουγκμαν και οι περισσότεροι οικονομολόγοι σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Σε τελική ανάλυση η διάκριση μεταξύ επιθυμητού και εφικτού δεν κατέστη δυνατή για τον ΣΥΡΙΖΑ. Διότι το πρόγραμμα που παρουσίασε προϋποθέτει ελεγχόμενο χρέος, μηδενικές δανειακές υποχρεώσεις, αγορές που θα μας λατρεύουν, αν όχι υμνούν, θεαματικά έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και κυρίως μια τζάμπα και βερεσέ Ε.Ε. που θα λειτουργεί χωρίς τους καταναγκασμούς που προκαλεί η κρίση για τις χώρες με ελλείμματα και χρέη.

Όλα αυτά δεν υπάρχουν και είναι απορίας άξιο πώς έστω θα επιτευχθούν, όταν οι απλουστεύσεις πάνε σύννεφο («Δεν με διέκοψε κανείς από τους συνομιλητές μου στο εξωτερικό». Στοιχειώδη ευγένεια λέγεται αυτό κ. Τσίπρα. Δεν συζητούν με τσιρίδες και αφορισμούς ξέρετε, όπως γίνεται στο ελληνικό κοινοβούλιο π.χ.), τα λεκτικά πυροτεχνήματα παίρνουν και δίνουν («Ονομαστική διαγραφή του χρέους με άμεση κατάργηση της λιτότητας». Ούτε ο Τόλκιν του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών δεν διέθετε τόση καλπάζουσα φαντασία. Κι αν εν πάση περιπτώσει είναι τόσο εύκολο, κορόιδα είναι οι άλλοι και γίνονται σάκοι του μποξ; Προφανώς και όχι.), η μη επίγνωση της διεθνούς πρακτικής βγάζει μάτι («Κανείς δεν μου υπέδειξε την έξοδο». Μα δεν χρειάζεται κάποιος, να σας διώξει κλωτσηδόν κ. Τσίπρα. Αυτά μόνο στα γούεστερν γίνονται. Σας ακούν και μετά σας λένε ωραία, ευγενικά κι απλά, ότι ξέρετε «δεν συμπίπτουν οι απόψεις μας» κι άντε μετά να βγάλεις το φίδι από την τρύπα).

Όπως και να ’χει, γεγονός είναι ότι μια βδομάδα τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ καθορίζει την ατζέντα των πολιτικών συζητήσεων, προηγείται των τεσσάρων δημοσκοπήσεων που είδαν το φως της δημοσιότητας μετά τη ΔΕΘ και η κυβέρνηση μετά το επικοινωνιακό στραπάτσο της καθυστερημένης αντεπίθεσης, οφείλει να μιλήσει ξάστερα για τους εφικτούς κοινωνικούς στόχους. Κοινώς ΝΔ-ΠΑΣΟΚ οφείλουν πέραν των εταίρων, της Τρόικας, των αγορών, να πείσουν και τον μέσο Έλληνα ότι οι κόποι του δεν πήγαν χαμένοι, ότι το εισόδημα του είναι εγγυημένο, ότι υπάρχει ελπίδα για τα παιδιά του. Διαφορετικά, ας μου επιτραπεί η παράφραση, αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.

Για τον Αλέξη Τσίπρα μετά το Όστιν του Τέξας, ήρθε το Βερολίνο και η συνάντηση με τον Σόιμπλε, ακολούθησε η επίσκεψη στο Άγιο Όρος, η συμμετοχή στο φόρουμ του ιταλικού ιδρύματος European House – Ambrosetti στο Τσερνόμπιο, ύστερα η συνάντηση με τον ηγέτη των 1,5 δισ. καθολικών σε όλο τον κόσμο, Πάπα Φραγκίσκο, στην Αγία Έδρα. Και φυσικά να μην ξεχάσουμε τη συνάντηση του οικονομικού «εγκεφάλου» του προγράμματος της Κουμουνδούρου Γ. Δραγασάκη και του υπευθύνου για την ανάπτυξη Γ. Σταθάκη, στο Βερολίνο με τον Γεργκ Άσμουνσεν, πάλαι ποτέ εκτελεστικό διευθυντή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δεξί χέρι της κας Μέρκελ ή ακόμα-ακόμα και το χρίσμα του «πιθανού πρωθυπουργού» που έλαβε λίαν προσφάτως ο κ. Τσίπρας σε ένα μάλλον φιλικό δημοσίευμα των Financial Times. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι η ηγετική ομάδα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχει αντιληφθεί πλήρως ότι η κατάληψη της εξουσίας απαιτεί συμβιβασμούς και κυρίως ανοίγματα σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες, πολλές εκ των οποίων βρίσκονται παραδοσιακά στον αντίποδα των ιδεών της αριστεράς του κ. Λαφαζάνη κι άλλων στον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ το σενάριο ότι «οι ξένοι φοβούνται τον Τσίπρα» μάλλον ανατρέπεται.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα παραπάνω και ενόψει τη επικείμενης συνάντησης Σαμαρά-Μέρκελ, το ερώτημα είναι ένα και μάλιστα επιτακτικό: εφόσον όλοι έχουν βάλει λίγο-πολύ νερό στο κρασί τους, αποδέχονται πλέον ότι το μέλλον της χώρας είναι στην Ευρώπη, ότι δεν θέλουν ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, ότι η ρύθμιση του χρέους δεν θα είναι ένα μονόπρακτο έργο, θα αξιοποιηθεί επιτέλους η πολιτική σταθερότητα για να προωθηθεί μια ευρύτερη συνεννόηση για το δέον γενέσθαι ή θα αρκεστούμε σε κοκορομαχίες για το ποιος θα κάνει καλύτερο μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα;

Οι εύθραυστες συμμαχίες, οι ρευστοί συσχετισμοί δυνάμεων, οι διάφορες κυβερνητικές ανακατατάξεις δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια για περαιτέρω ταλαντεύσεις μεταξύ ρεαλισμού και λαϊκίστικης σωτηριολογίας. Κοινώς και μιας και τα θρησκευτικά είναι και πάλι της μόδας: ο καιρός γαρ εγγύς για να πάρουμε καθοριστικές αποφάσεις τόσο για το πολιτικό σύστημα, όσο και για το οικονομικό μοντέλο της χώρας. Ας ελπίσουμε, ότι οι αρμόδιοι, αν όχι οι πρωταγωνιστές, θα επιδείξουν σοβαρότητα και θα καταθέσουν σχέδιο για την επίλυση των κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων, αντί απλώς εργαλείων πολιτικής ηγεμονίας.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Στις εθνικές εκλογές Ο «Καλλικράτης» για την Αυτοδιοίκηση «Καρεκλο-κράτης» για την Κυβέρνηση!

Του Θανάση Παπαμιχαήλ, Επικοινωνιολόγου

Το μείζον ζήτημα που έχει ανακύψει με την επίσημη πρόθεση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να επισπευσθούν οι εθνικές εκλογές χρησιμοποιώντας την ανάδειξη του νέου Προέδρου, καθώς και οι ασθενείς σεναριακές προβλέψεις των κομμάτων της συγκυβέρνησης για την συμπλήρωση των 180 αναγκαίων ψήφων, οδηγούν τη χώρα σε μια «επαχθέστατη» προεκλογική περίοδο, μεγαλύτερη των έξι μηνών. Φυσικά οι νέες εθνικές εκλογές και πιθανόν και οι επόμενες θα γίνουν με τις νέες ηγεσίες της Αυτοδιοίκησης που έχουν εκλεγεί πριν από λίγους μήνες. Η πιθανή κατάργηση του ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ από τον πρόεδρο της αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αν γίνει, θα ισχύσει από τη νέα θητεία των αιρετών της αυτοδιοίκησης, δηλαδή μετά από πέντε χρόνια. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των εκλεγμένων αιρετών στην Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι πλέον ένθερμοι υποστηρικτές στην επιχειρούμενη αναδιάρθρωση της Αυτοδιοίκησης με το σχέδιο ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ παρά τα προβλήματα της πρώτης περιόδου στην επάρκεια υλικών και ανθρώπινων πόρων, λόγω του επανακαθορισμού του συνόλου των αρμοδιοτήτων και της κατανομής τους. Ο μετασχηματισμός του κεντρικού κράτους από συγκεντρωτικό, σε επιτελικό θα αργήσει να πραγματοποιηθεί. Όμως ο τρόπος άσκησης πολιτικής με έμφαση στις αρχές, εγγύτητας στον πολίτη και εξυπηρέτησης του, πρέπει να αποτελούν προμετωπίδα της εκάστοτε κυβέρνησης για προθέσεις της στις προσκλήσεις των καιρών. Με απλά λόγια, οι αιρετοί άρχοντες, Περιφερειάρχες και Δήμαρχοι θα πρέπει να αποτελούν την πρώτη πελατειακή προτεραιότητα της κάθε κυβέρνησης. Ιδιαίτερα στις μέρες μας όπου οι κομματικές «αγκυλώσεις» και ιδεοληψίες ανήκουν στο παρελθόν. Το δίλημμα «μνηνονιακός- αντιμνημονιακός», όπως έδειξαν οι πρόσφατες δημοτικές εκλογές φθίνει στη συνείδηση του κόσμου και αντικαθίσταται από τα «άξιος-ανάξιος», και το «ικανός- μη ικανός». Οι νεοεκλεγέντες δήμαρχοι είναι φυσικό τις περισσότερες φορές να μην θέλουν να χαρακτηριστούν «κομματικοί», ωστόσο η συνεισφορά της τοπικής αυτοδιοίκησης στην κεντρική πολιτική σκηνή, ιδιαίτερα σε μια περίοδο έντονων πολιτικών κραδασμών, με ανοιχτό και το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες δεν πρέπει να παραβλέπεται. Η προσέγγιση σε δημάρχους που ασκούν χρηστή διοίκηση, εμφορούνται από αξίες και αρχές που συμβάλλουν στην πολιτική σταθερότητα και αισθάνονται ακόμη κομματικά «ανέστιοι» είναι επιβεβλημένη για να δημιουργήσει τις απαραίτητες εκείνες συμμαχίες που πρέπει να αναζητηθούν στην υφιστάμενη πολιτική συγκυρία. Η αρωγή της κυβέρνησης στις δημοτικές αρχές που θέλουν να φανούν αντάξιες των προσδοκιών των δημοτών είναι πολύ σημαντική όχι μόνο για την εκάστοτε δημοτική εξουσία αλλά και για την ίδια την κυβέρνηση, καθώς η σχέση των δύο (κρατική εξουσία- δήμος) είναι αμφίδρομη. Η τοπική αυτοδιοίκηση ασκεί πολιτική διαχείριση και αφήνει ανεξίτηλο το στίγμα της ιδεολογικό-πολιτικής της ταυτότητας τόσο στα έργα της όσο και στην επικοινωνία της με τους δημότες. Μπορεί να επηρεάσει και να κατευθύνει ιδεολογικο-πολιτικό ψηφοφόρους, όταν εκείνοι αντιληφθούν ότι οι διεκδικήσεις των δημάρχων που επέλεξαν υλοποιούνται με τη στήριξη της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Οι δήμοι δεν είναι αποκομμένοι από την εκτελεστική εξουσία, είναι μέρος της ή και συνέχεια της και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Στις ερχόμενες εθνικές εκλογές ο Αυτοδιοικητικός «Καλλικράτης» μπορεί να γίνει για την Κυβέρνηση «Καρεκλο-κράτης». Και ο νοών νοείτω….

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Ο «Εμποράκος» των ψεύτικων ελπίδων και το «Ποτάμι» που πίσω μας γυρνά.

Της Μαμώλη Κατερίνας,
Ψυχολόγου- Πολιτικού Επιστήμονα

Στα πλαίσια του πρώτου καθαρά μιντιακού πολιτικού μορφώματος για τα ελληνικά δεδομένα, ονόματι "Ποτάμι", η ηγετική του ομάδα αρχίζει να κάνει τις πρώτες εμφανίσεις της και τα στελέχη του μηχανισμού του να παίρνουν τη "θέση μάχης" που αναλογεί στον καθένα, ενόψει Ευρωεκλογών. Αρχικά, ο Σταύρος Θεοδωράκης και η βολεμένη ομάδα των κονδυλοφόρων του που υποστήριξαν με «δημοσιογραφικό πάθος» από το site protagon.gr, επί τέσσερα χρόνια την ένταξη της χώρας στο ΔΝΤ και τα μνημόνια -που συγκροτούν τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής- και πλέον συναποτελούν το «Ποτάμι», προωθήθηκαν σε επικοινωνιακό επίπεδο, από όλα τα συστημικά ΜΜΕ που στηρίζουν το «μνημονιακό μπλοκ» των πολιτικών δυνάμεων. Το αρνητικό όμως, κλίμα που εισέπραξαν από τον προοδευτικό κόσμο, ως προϊόν του συστήματος, τους οδήγησε σε αναπροσαρμογή της επικοινωνιακής στρατηγικής τους. Πλέον, ως βασικό επικοινωνιακό όχημα δεν θα χρησιμοποιήσει το πλήρως απαξιωμένο στην ελληνική κοινωνία και με ασήμαντη πλέον πολιτική επιρροή στους προοδευτικούς πολίτες, συγκρότημα ΔΟΛ - αν και αποτελεί κατεξοχήν πολιτικό προϊόν για την εξυπηρέτηση των πολιτικό-οικονομικών επιδιώξεων που το αντίστοιχο σύμπλεγμα διαπλοκής προωθεί - και τα παραδοσιακά του επικοινωνιακά εργαλεία, MEGA, ΒΗΜΑ, ΤΑ ΝΕΑ κλπ. Αλλά αντιθέτως, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα free press έντυπα με επικοινωνιακή «ναυαρχίδα» την Athens Voice, που προωθούν την ίδια σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική ατζέντα αλλά με σαφώς καλύτερο επικοινωνιακό περιτύλιγμα και με μεγάλη διείσδυση στην ελληνική νεολαία, ευρύτερα τμήματα της οποίας είναι πολιτικά απαίδευτα, στα πλαίσια του ρεύματος αποπολιτικοποίησης, ατομικισμού και μη ενασχόλησης με τα κοινά που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες. Η δουλειά των εν λόγω εντύπων είναι ομολογουμένως, τόσο σε επίπεδο ιδεολογικό-πολιτικής κατ’ ουσία, ζύμωσης αλλά με την ταμπέλα του «απολιτικού», της δήθεν «κοινής λογικής» και του «αυτονοήτου», που υπερβαίνει τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα και το πολιτικό λόγο που αρθρώνουν, όσο και σε επίπεδο προώθησης «προτύπων ζωής», με βασικό στόχο την επικράτηση στο ηγεμονικό πεδίο -με γκραμσιανούς όρους - εξαιρετικά προσεκτική, σοβαρή και συνεπής στο χρόνο, εδώ και μια δεκαετία. Ενδεικτικό είναι ότι η πρώτη «χαλαρή» συνέντευξη-παρουσίαση του υπευθύνου της πολιτικής καμπάνιας του «Ποταμιού», κύριου Γιατρωμανωλάκη, υπότροφου του ιδρύματος Σωκράτη Κόκκαλη, γίνεται στην Lifo στη στήλη «Η φωνή του Λαού» (!). Αντίστοιχα οργανωμένη ιδεολογικό-πολιτική δουλειά την τελευταία δεκαετία σε καθαρά κομματικό επίπεδο, μόνο η Χρυσή Αυγή διαθέτει που υπήρξε «πρωτοπόρος» και στη χρήση του διαδικτύου, ως εργαλείου προπαγάνδας και διάχυσης του πολιτικού της μηνύματος στους νέους και αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους, που ως κοινωνικό-πολιτικό φαινόμενο, διατηρεί τη δυναμική του και ο σκληρός πυρήνας της εξακολουθεί να τη στηρίζει, παρά τα όσα έχουν πλέον αποδεδειγμένα αποκαλυφθεί στην ελληνική κοινωνία την τελευταία περίοδο για τη δράση των στελεχών της. Καθόλου τυχαία λοιπόν, αλλά με σαφή πολιτική και επικοινωνιακή στόχευση, επιλέχθηκε η πολιτική ονομασία «Ποτάμι», αλλά και το αρχικό πολιτικό τους σλόγκαν «Πολιτική χωρίς κομματικό παρελθόν» που έδωσε πλέον τη θέση του, αν και χρησιμοποιείται από στελέχη του, στο πιο εύστοχο επικοινωνιακά, «Πολιτική για όλους». Το «Ποτάμι» πολιτικά δεν εκφράζει τίποτε αλλά σε συμβολικό επίπεδο λειτουργεί ως έννοια που υποδηλώνει μια επιθετική δυναμική, με θετικό όμως πρόσημο. Το «Ποτάμι» εκφράζει συμβολικά τη «μούντζα» των αγανακτισμένων της ακροδεξιάς, αντιπολιτικής και εντέλει αντιδημοκρατικής «πάνω πλατείας» στη Βουλή, αντεστραμμένη. Συγκεκριμένα έχει μία μόνο ποιοτική διαφορά, καθοριστικής όμως, σημασίας: Η «μούντζα» είναι συμβολικά το ίδιο δυνατή και το ίδιο επιθετική, έχει όμως αρνητικό πρόσημο και υποδηλώνει ετεροπροσδιορισμό, καθώς αυτός που μουντζώνει τη Βουλή και τους εκπροσώπους της, ετεροπροσδιορίζεται. Δεν υποδηλώνει θέση αλλά αντίθεση, ως προς αυτόν που απευθύνεται η «μούντζα». Ο ετεροπροσδιορισμός, ως προς κάποιον «άλλο» και ο αρνητικός λόγος ποτέ δεν κατορθώνει στην πολιτική να δημιουργήσει δυναμική στην κοινωνία με διάρκεια. Αντιθέτως, το «Ποτάμι» συμβολικά έρχεται να εκφράσει και να προκαλέσει τα ίδια συναισθήματα και συνειρμούς αλλά με θετικό πρόσημο και με αυτοπροσδιορισμό. Υποσυνείδητα, το μήνυμα έγκειται στο ότι έρχεται να συμπαρασύρει πολιτικά μέσα από μια τυφλή γενίκευση, αυτό - δηλαδή το παρόν πολιτικό σύστημα και τους εκπροσώπους του χωρίς καμία απολύτως πολιτική διάκριση - που μέχρι πρότινος οι πολίτες απλώς «μούντζωναν». «Εγώ μπορώ να πάω στον κόσμο. Οι πολιτικοί μπορούν;», αναφέρει χαρακτηριστικά ο «απλός πολίτης» Στ. Θεοδωράκης, αποκρύπτοντας εσκεμμένα ότι είναι συγκεκριμένοι οι πολιτικοί που εξαιτίας της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που άσκησαν, «δεν μπορούν» και όχι όλοι συλλήβδην. Έρχεται να καβαλήσει το «Κύμα» - η έτερη ονομασία που τελικά απορρίφθηκε, όπως έγινε γνωστό, καθόλου τυχαία επίσης - της λαϊκής δυσαρέσκειας απέναντι στους πολιτικούς και φυσικά να το κατευθύνει αναλόγως, για την εξυπηρέτηση των επιδιώξεων του οικονομικού, μιντιακού και πολιτικού συμπλέγματος διαπλοκής που το δημιούργησε. Επίσης, καθόλου τυχαία δεν είναι η μη ξεκάθαρη τοποθέτηση σε επίπεδο ρητορικής, στον άξονα Αριστερά-Δεξιά: «Το Ποτάμι δεν είναι ούτε αριστερό ούτε δεξιό», ισχυρίστηκε ο επικεφαλής της κίνησης στην πρώτη συνέντευξη Τύπου. «Το Ποτάμι δεν έχει ιδεολογία και αυτό είναι πολύ θετικό καθώς οι ιδεολογίες εμποδίζουν την σωστή πολιτική», δηλώνε ο συνιδρυτής του αν και πλέον αποχωρήσας, συγγραφέας Ν. Δήμου, γνωστός για τις περίτεχνα αντιδραστικές και νεοφιλελεύθερες απόψεις του. Ένας προσεκτικός πολιτικά, πολίτης αντιλαμβάνεται ήδη σαφώς το κλείσιμο του ματιού προς τα δεξιά: «Το μνημόνιο τελειώνει το Μάιο», «να χρησιμοποιήσω κάτι παλιό και αριστερό», η αναφορά του Στ. Θεοδωράκη σε ενδεχόμενη συνεργασία με τη Ν.Δ., η επιχείρηση αποπολιτικοποίησης του αποτελέσματος των ευρωεκλογών, κ.λπ. Διόλου τυχαίο επίσης, δεν είναι και το γεγονός ότι οι πολιτικές θέσεις κατά κύριο λόγο, δημοσιεύονται μέσω βίντεο, αποσπασμάτων από συνεντεύξεις του επικεφαλής και του προφορικού λόγου και όχι του γραπτού που απαιτεί πολύ πιο συγκροτημένο και σαφή πολιτικά λόγο και φανερώνει πολύ πιο έντονα τις πολιτικές επιδιώξεις του γράφοντος. Και το μέσο είναι μήνυμα, όπως πρεσβεύει το αμερικάνικο πολιτικό μάρκετινγκ: the medium is the message. Το πολιτικό μήνυμα είναι γρήγορο, εύπεπτο, δεν προϋποθέτει την προσοχή, τη συγκέντρωση, την πολιτική παιδεία και ανάλυση του πολίτη-δέκτη. Αλλά αντιθέτως, διαμέσου της κυριαρχίας της εικόνας και του λόγου-σύνθημα -οι πολιτικές θέσεις ανακοινώνονται με τη μορφή ερωτήσεων-απαντήσεων με τηλεγραφικό τρόπο καθώς και σε βίντεο-, επιδιώκει εντέχνως τον αποπροσανατολισμό τους. Ένα πολιτικό μήνυμα fast food που όμως, ανταποκρίνεται σαφώς στο μοτίβο λήψης πολιτικών αποφάσεων, που είναι σήμερα κυρίαρχο στις μερίδες της κοινωνίας που το «Ποτάμι» διεκδικεί ως ψηφοφόρους. Όχι «καφενειακή πολιτική» πλέον, αλλά σύγχρονη, «Internet-café πολιτική». Με εργαλεία αυτή την φαινομενικά ιδεολογική ασάφεια και την πολιτική σύγχυση προκειμένου να αποκρύψουν την επί της ουσίας νεοφιλελεύθερη, με μια επίφαση προοδευτικότητας ατζέντα τους, τα στελέχη του πατούν σαφώς πάνω τόσο στο πραγματικό αίτημα που υπάρχει στην ελληνική κοινωνία για άνοιγμα της «πολιτικής αγοράς» όσο και στο ισχυρότατο αντιπολιτικό και αντικομματικό «ποτάμι» που είναι διάχυτο σήμερα στην ελληνική κοινωνία. Το αντιπολιτικό αυτό ρεύμα, αν και δεν προέκυψε εν πολιτικώ κενώ, τέσσερα χρόνια πριν αλλά οι «πηγές» του μας πάνε πίσω στη δεκαετία του ’90 με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, γιγαντώθηκε όμως σαφώς, όταν οι ίδιες οι πολιτικές ηγεσίες των μέχρι το 2010, ηγεμονικών κομμάτων ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. αλλά και οι πολιτικές ηγεσίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οδήγησαν στην τελειωτική ήττα και συντριβή από τις αγορές, την ίδια την Πολιτική. Η απαξίωση της Πολιτικής, και δη της Προοδευτικής Πολιτικής, δεν προήλθε καταρχήν, από την κοινωνία, τόσο της ελληνικής όσο και της ευρωπαϊκής, μιας και το αντιπολιτικό φαινόμενο δε συνιστά ελληνική πολιτική ιδιαιτερότητα. Αυτό ήταν το σύμπτωμα της απαξίωσης της Πολιτικής δια της πλήρους παράδοσης τους στις επιταγές της αγοράς, από αυτούς που υποτίθεται ότι αποτελούσαν τους βασικούς εκπροσώπους της. Στα πλαίσια αυτά, μετά και την πρώτη πολιτικά πλήρως αποτυχημένη αλλά επικοινωνιακά πλήρως επιτυχημένη καθώς, όπως συνηθίζουν να λένε και οι αγγλοσάξονες, μετρ της πολιτικής επικοινωνίας, «bad publicity is actually publicity» (η αρνητική δημοσιότητα είναι εντέλει δημοσιότητα), παρουσίαση από το Σταύρο Θεοδωράκη, αρχίζει να ξεδιπλώνεται η επικοινωνιακή στρατηγική τους, της οποίας βασικό της χαρακτηριστικό είναι η αίσθηση του δήθεν αυθόρμητου και πηγαίου, του δήθεν εναλλακτικού και του δήθεν εκπορευόμενου από τους απλούς πολίτες, που δημιουργεί. Καθόλου τυχαία δεν ήταν ούτε η ανακοίνωση που έγινε και δημοσιεύτηκε μέσω video από κινητό τηλέφωνο, η παρουσίαση στο Hub, ένα στέκι του trendy και hipster κόσμου της ελληνικής νεολαίας, με τον επικεφαλή Στ. Θεοδωράκη όρθιο σε διαρκή κίνηση και όχι στατικό, casual ντυμένο, να απαντάει σε «αυθόρμητες» ερωτήσεις αλλά και χρήση μεθόδων όπως το «γίνε εθελοντής» και το crowd funding, η υποτιθέμενη δηλαδή ενίσχυση του κόμματος από χρήματα που προσφέρουν οι πολίτες, προκειμένου να δημιουργεί την αίσθηση της ενεργούς συμμετοχής των πολιτών, ενώ παράλληλα η χρηματοδότηση που θα προέρχεται από μη δημόσια ελέγξιμες «πηγές του Ποταμιού», θα ρέει άφθονη. Είναι ενδεικτικό ότι το «Ποτάμι» από την πρώτη μέρα δημοσιοποίησης της κίνησης, διαθέτει site, πλήρη μιντιακή προώθηση, επιχορηγούμενες; οικονομικά, ομάδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με διαρκή ροή, μηχανισμό ανθρώπων που επομένως ασχολείται συνεχώς, γραφεία και πούλμαν για την προεκλογική περιοδεία τους που ήδη πραγματοποιείται. Ταυτόχρονα το site του Στ. Θεοδωράκη protagon.gr, ήταν και είναι γεμάτο από διαφημίσεις Τραπεζών, του ΟΠΑΠ αλλά και οργανισμούς του Δημοσίου. Ο Στ. Θεοδωράκης παραμένει μέτοχος του εν λόγω site, επομένως, έχει εισοδήματα από τις τράπεζες και όλους τους ιδιωτικούς ως επί το πλείστον οργανισμούς, που θα έπρεπε να έχει απέναντι στην πολιτική του, μιας και παρουσιάζει το «Ποτάμι» ως κόμμα της Κεντροαριστεράς. Στην πραγματικότητα, όπως γίνεται αντιληπτό, τίποτε δεν είναι αυθόρμητο. Όλα είναι σύμφωνα με μια επιμελώς μελετημένη και σύγχρονη επικοινωνιακή στρατηγική. Το «Ποτάμι» είναι κατ’ ουσία ένα πολύ καλά μελετημένο, πολιτικά και επικοινωνιακά project και όχι κόμμα, που αντλεί στοιχεία από την επικοινωνιακή στρατηγική των Μπλερ και Ομπάμα αλλά και μεγάλων αμερικάνικων εταιρειών τεχνολογίας και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί αλλά να αντιμετωπιστεί επαρκώς και εν τη γενέσει του, όχι μόνο πολιτικά αλλά και με όρους επικοινωνίας. Η επικοινωνία ήταν πάντοτε, κατεξοχήν και επί της ουσίας άσκηση πολιτικής καθώς διαμορφώνει απόψεις και «πραγματικότητες», δημιουργεί κλίμα. Πόσω μάλλον σε μια εποχή όπως η σημερινή όπου τα κόμματα ως φορείς έκφρασης συλλογικών κοινωνικών συμφερόντων και ως ιμάντες διαμεσολάβησης μεταξύ των πολιτικών ελίτ και της κοινωνίας των πολιτών, βρίσκονται σε καθεστώς πλήρους ανυποληψίας και παρακμής. Το «Ποτάμι» αποτελεί σχεδιασμένη παρέμβαση επιχειρηματιών, καναλαρχών, δημοσιογράφων και ομάδας πολιτικών παραγόντων, ως εναλλακτική λύση στην αποτυχία του εγχειρήματος Κ. Σημίτη- Β. Βενιζέλου, με την κίνηση των 58. Το «έριξαν» στην κεντρική πολιτική σκηνή και στο δημόσιο βίο, προκειμένου να επιχειρήσει να εδραιώσει με το περιτύλιγμα μιας δήθεν λαϊκής, νεολαιίστικης επικοινωνίας, τη βασική τους επιδίωξη που αφορά τη δικαίωση του «νεοφιλελεύθερου μονόδρομου», ως μόνη επιλογή για την ελληνική κοινωνία, παρά την οικονομική καταστροφή και την κοινωνική ερήμωση που προκάλεσε και προκαλεί στη χώρα. Το «Ποτάμι» και τα στελέχη του είναι στην πραγματικότητα οι «λάιτ» απολογητές της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας που βίωσε και βιώνει η ελληνική κοινωνία και ο Στ. Θεοδωράκης ο σύγχρονος εμποράκος της νέας πολιτικής απάτης και των ψεύτικων ελπίδων. Το «Ποτάμι», το φέρνουν προκειμένου να τα αλλάξει όλα σε επίπεδο πολιτικής επικοινωνίας, για να μην αλλάξει εντέλει τίποτα σε επίπεδο εφαρμοσμένης πολιτικής. Έρχεται να αλλάξει το υφιστάμενο πολιτικό σκηνικό αλλά όχι το σύστημα διαπλοκής που το συντηρεί και του οποίου αποτελεί «παιδί». Διαμέσου αυτού, το σύστημα της διαπλοκής αποκτά επίσημο κομματικό βραχίονα και αναβαθμίζει το ρόλο του ως κυρίαρχος πολιτικός παίχτης. Βασική επιδίωξη των δημιουργών του είναι να ανακόψει τη δυναμική του πραγματικού ποταμιού που έχει αναπτυχθεί στην ελληνική κοινωνία στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο απέναντι στη νεοφιλελεύθερη πολιτική των μνημονίων. Απέναντι σε μια πολιτική, που έχει οδηγήσει σε ύφεση και σε εκατομμύρια ανέργους, διαλύοντας οικονομικές και κοινωνικές δομές, εν ονόματι της αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και έχει οδηγήσει σε ένα φαύλο κύκλο μονόπλευρης λιτότητας, ύφεσης και ανεργίας, με αποτέλεσμα το οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών. Στόχος είναι στην παρούσα φάση και ενόψει των ευρωεκλογών και των εκλογών στην Τ.Α., μια νέα υφαρπαγή της λαϊκής ψήφου. Αυτή τη φορά, όμως η στρατηγική δεν αφορά τόσο ένα εμπόριο φόβου και εκβιασμών που εξάντλησε πλέον τα περιθώρια επηρεασμού της ψήφου της πλειοψηφίας των πολιτών αλλά ένα εμπόριο ψεύτικων ελπίδων ως υποκατάστατο του φόβου, τόσο από τους παραδοσιακούς πολιτικούς εκπροσώπους του ευρύτερου «μνημονιακού μπλοκ» όσο και από πολιτικούς-αχυρανθρώπους, νέας κοπής. Επιδίωξη τους είναι να αποσοβηθεί η καταγραφή της ξεκάθαρης ήττας και εκλογικής συντριβής αυτής της πολιτικής, να εδραιωθεί η θεωρία του «νεοφιλελεύθερου μονόδρομου» που έβλαψε τη χώρα και την κοινωνία και ωφέλησε τους «ημέτερους» τους. Να μην απονομιμοποιηθεί μέσω ενός ξεκάθαρου εκλογικού αποτελέσματος αυτή η πολιτική και να μας παρουσιαστεί σε μια πιο light, διανοουμενίστικη και «τελευταίας τεχνολογίας» πολιτική «συσκευασία». Οδηγούμαστε πλέον, σε νέα φάση και σε ένα υπό διαμόρφωση πολιτικό σύστημα, που αν σταθεροποιηθεί, θα είναι σαφώς πιο αποφασιστικά ελεγχόμενο από το ισχύον σύστημα διαπλοκής. Η νεοφιλελεύθερη πολιτική των μνημονίων δεν συνιστά απλώς κρίση πλέον, αλλά τη ζώσα πραγματικότητα. Η «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» που επιβλήθηκε από τις πολιτικές ηγεσίες του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., συνιστά μια εν δυνάμει και υπό διαμόρφωση κανονικότητα που επιδιώκουν να ριζώσει και να οδηγήσει την ελληνική κοινωνία σε μια νέα πολιτειακή και οικονομική συγκυρία όπου θα συνεχίζεται η στρατηγική της λιτότητας, ενώ παράλληλα θα προβαίνουν σε κατ’ επίφαση «προοδευτικές» διορθωτικές πολιτικές, απόλυτα όμως ενσωματωμένες στα συμφέροντα τους, αποκαλώντας τεχνηέντως όλο αυτό, «μετά-μνημονιακή εποχή». Οι προοδευτικοί πολίτες στο σύνολο τους και η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας που έχει πληγεί από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική των μνημονίων, έχουμε υποχρέωση να μη μείνουμε απαθείς απέναντι στα σχέδια του ευρύτερου «μνημονιακού μπλοκ» δυνάμεων αλλά από κοινού να συμβάλλουμε στην ήττα αυτής της πολιτικής και στη δημοκρατική και προοδευτική λύση που θα απαντά χωρίς να συσκοτίζει, στα πραγματικά προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Η προοδευτική έξοδος από την κρίση, δε θα προκύψει ως ώριμο φρούτο. Μόνη λύση η δημοκρατική συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων. Μόνη λύση για τους πολίτες της Ε.Ε. να κρατήσουμε προοδευτικά ψηφοδέλτια στις επερχόμενες Ευρωεκλογές, να οδηγήσουμε σε πολιτική ήττα την νεοφιλελεύθερη πολιτική με τη ψήφο μας και στην αντιπολίτευση τις πολιτικές δυνάμεις που την ψήφισαν, την στήριξαν, την εφάρμοσαν και συνεχίζουν να το κάνουν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, σε κάθε κάλπη.

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Σημίτης και τα mea culpa που ποτέ δεν είπε.

Της Στέλλας Παπαμιχαήλ, Δημοσιογράφου

 H εικόνα ενός πολιτικού και δη πρωθυπουργού δεν φιλοτεχνείται μόνο όταν εκείνος κατέχει τα ηνία της εξουσίας και στον τρόπο που τη διαχειρίζεται, συνδιαμορφώνεται από την συμπεριφορά που επιδεικνύει προϊόντος του χρόνου στον δημόσιο βίο και στον δημόσιο λόγο. Ο Κώστας Σημίτης είναι ο μακροβιότερος πρωθυπουργός στην μεταπολιτευτική ιστορία, μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου, και άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του, με κορυφαία στιγμή την είσοδο της Ελλάδας στην ΟΝΕ – έστω και αν αυτή επιτεύχθηκε με τη λεγόμενη «δημιουργική λογιστική». Ο πρώην πρωθυπουργός συνδέεται, ωστόσο, και με κάποια από τα μεγαλύτερα μεταπολιτευτικά σκάνδαλα,με κορυφαίο αυτό του Χρηματιστηρίου το 1999, που στην ουσία αποτέλεσε τη μεγαλύτερη αναδιανομή πλούτου υπέρ του χρηματιστικού κεφαλαίου που είχε γίνει ποτέ. Στη οχτάχρονη διακυβέρνησή του εκδηλώθηκαν, επίσης, μερικά από τα μεγαλύτερα κρούσματα διαφθοράς, τα οποία πληρώνει μέχρι σήμερα ο τόπος – εξοπλιστικά, Siemens, μαύρο πολιτικό χρήμα στα κομματικά ταμεία. Την τότε πρωθυπουργική αυλή περιέβαλαν πρόσωπα σαν τον Άκη Τσοχατζόπουλο, τον Γιάννο Παπαντωνίου ή τον Θόδωρο Τσουκάτο. Σήμερα ο Κώστας Σημίτης, που θα έπρεπε να θεωρείται τουλάχιστον ηθικά απαξιωμένος, έστω και αν όλα τα παραπάνω συντελέστηκαν εν αγνοία του (;), συμμετέχει στα εγχώρια και διεθνή κομματικά φόρα σαν «Γκουρού» της πολιτικής, κατακεραυνώνει τις μεθόδους των προκατόχων του, Παπανδρέου ή Βενιζέλου, ενώ ενίοτε προχωρά σε προφητείες «θα μπούμε στο ΔΝΤ», « ανοιχτό να γίνουν πρόωρες εκλογές» και ως από καθέδρας καθηγητής, ιδιότητα που κατείχε εξάλλου, μοιράζει διδαχές περί κακού συντεχνιασμού και μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων. Με εμφατικό ύφος τονίζει παράλληλα ότι «η κρίση δεν ήρθε από το πουθενά» αποσιωπώντας προκλητικά σε κάθε ομιλία του τις δικές του ευθύνες και ζητά από τους πολιτικούς να μιλήσουν «με ειλικρίνεια στον ελληνικό λαό», δίνοντας κάθε φορά το περί του αντιθέτου παράδειγμα. Για να είμαι δίκαιη πρέπει να πω ότι η αυτοκριτική δεν υπήρξε ποτέ το δυνατό σημείο των πολιτικών και ειδικά των πρωθυπουργών των νεότερων χρόνων. Μετά το “mea culpa” που ψέλλισε στα λατινικά κιόλας το 1988 ο Ανδρέας Παπανδρέου κανένας πολιτικός δεν παραδέχθηκε ποτέ τα λάθη και τις αδυναμίες του. Ο Κώστας Καραμανλής έχει προσβληθεί από αφωνία από τον Οκτώβριο του 2009, ενώ ο Γιώργος Παπανδρέου θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την ιστορία, αναζητώντας την υστεροφημία του στην διεθνή πολιτική σκακιέρα… Η περίπτωση του Κώστα Σημίτη ωστόσο είναι διαφορετική, όπως διαφορετική είναι και η αντιμετώπισή του σε σχέση με τους άλλους πρωθυπουργούς από μερίδα του Τύπου, που χαρακτήρισε «σοφή» και «χρήσιμη» την τελευταία του παρέμβαση στο Ζάππειο. Είναι, πράγματι, «χρήσιμη» η ομιλία του κ. Σημίτη γιατί είπε και αλήθειες που πονάνε το πολιτικό σύστημα, καταδικάζοντας για παράδειγμα τον λαϊκισμό, ενώ προέβη σε ομολογουμένως «σοφές» διαπιστώσεις, που το χαρακτηριστικό τους είναι, ότι είναι τόσο αποστασιοποιημένες, όσο θα ταίριαζαν σε έναν άνθρωπο που δεν έχει κυβερνήσει ποτέ αυτή την χώρα… Η ομιλία του Κώστα Σημίτη είναι «χρήσιμη» και για έναν ακόμη λόγο. Για να οξύνει τη μνήμη των Ελλήνων ψηφοφόρων που έχουν μάθει να προσπερνούν αλλά πλέον να μην ξεχνούν, γιατί -όπως είπε και ο ίδιος- «οι χίμαιρες πληρώνονται»…..

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Καλή Αρχή, Κύριε Δήμαρχε!

Του Θανάση Παπαμιχαήλ, Επικοινωνιολόγου


 Συγχαρητήρια για την εκλογή σας! Η επιτυχία σας στις εκλογές σημαίνει ότι ανοίγεται μπροστά σας μια περίοδος ενδιαφέρουσα και χρήσιμη που ευχόμαστε να αξιοποιήσετε με τον καλύτερο τρόπο. Τα μηνύματα των τελευταίων Αυτοδιοικητικών εκλογών είναι σαφή: οι πολίτες δεν είναι προβλέψιμοι στην ψήφο τους, οι παραδοσιακές μέθοδοι αναμέτρησης εξασθενούν σημαντικά και δε δίνουν πια χωρίς εχέγγυα δεύτερες ευκαιρίες σε όσους απέδειξαν ότι δεν τις αξίζουν. Στην αφετηρία κάθε νέας δημοτικής θητείας η εκκίνηση πρέπει να είναι πάντα δυναμική, ιδιαίτερα στην περίπτωση που ο νέος δημοτικός άρχοντας επιδιώκει μια πετυχημένη πενταετία με σκοπό την προσφορά στην πόλη του αλλά και την επανεκλογή του. Οι πολίτες κατέδειξαν με την ψήφο τους στις πρόσφατες εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης ότι θέλουν ικανούς και εργατικούς δημάρχους. Συνεπώς για τους νεοεκλεγέντες δημάρχους το στοίχημα είναι μέσα σε πέντε χρόνια να υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις που υποσχέθηκαν προεκλογικά και κυρίως να επικοινωνήσουν το έργο τους με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο και δη στον κατάλληλο χρόνο. Το κλειδί της επιτυχίας είναι η σωστή και σε βάθος της 5ετίας επικοινωνία του Δημάρχου με τους πολίτες. Στην «αδυσώπητη» εποχή του διαδικτύου και των social media, όπου οι εξελίξεις τρέχουν με αστραπιαίους χρόνους, οι παραδοσιακοί μέθοδοι επικοινωνίας έχουν την σημασία τους αλλά σίγουρα δεν επαρκούν. Χρειάζεται πιο σφαιρική δράση. Κάθε έργο πρέπει να διαφημίζεται στον χρόνο που εκπονείται και να προβάλλεται συνολικά στον ηλεκτρονικό και έντυπο Τύπο με εγκυρότητα, αξιοπιστία και σοβαρότητα. Τα έργα της δημοτικής αρχής πρέπει να αποτελούν είδηση για την ίδια την πόλη και να γίνονται αμέσως γνωστά στον δημότη, καθώς όταν γνωστοποιούνται αποκλειστικά στην εκπνοή της δημαρχιακής θητείας και λίγο πριν από τις εκλογές θεωρούνται και δικαίως ως προεκλογικά τρικ και χάνουν την αξία τους. Η επικοινωνία με τους δημότες σε όλες τις μορφές που αυτή μπορεί να είναι εφικτή είναι η Λυδία λίθος για τη νέα δημοτική αρχή, ενώ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σπουδαιότητα στις περιπτώσεις που οι εκλεγέντες έχουν ένα συνολικότερο όραμα για την πολιτική και την διοίκηση του κρατικού μηχανισμού. Σε έναν κόσμο που η διοχέτευση της πληροφορίας διαρκώς εξελίσσεται είναι ατελέσφορο οι προσπάθειες του δήμου σας να μείνουν στάσιμες στις παραδοσιακές μεθόδους επικοινωνίας. Για αυτό κάθε δράση πρέπει να έχει και την εικόνα που της αξίζει….