Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ: ΠΩΣ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΤΕ ΕΝΑ ΡΟΖ ΣΚΑΝΔΑΛΟ


Tου Θανάση Παπαμιχαήλ – Επικοινωνιολόγου

Η ειδησεογραφία των τελευταίων ημερών φέρνει στην επιφάνεια μια αλήθεια που όλοι ξέρουμε αλλά συχνά την ξεχνάμε: η εξουσία είναι αφροδισιακή. Όσοι τη γευτούνε, σύντομα παρατηρούν ότι αλλάζει η συμπεριφορά των γυναικών απέναντί τους, ότι έχουν πολλές και καλές ευκαιρίες για ερωτικές σχέσεις, ότι, εν πολλοίς, οι πειρασμοί είναι πολλοί. Εάν, λοιπόν, ενδώσετε σε αυτούς και σας πιάσουν, τότε θα ανήκετε και εσείς στη χρυσή λίστα των πολιτικών που αντιμετώπισαν ροζ σκάνδαλο.

Και λέμε χρυσή γιατί μερικά από τα πιο λαμπρά ονόματα της διεθνούς πολιτικής σκηνής βρέθηκαν σε αυτή τη θέση. Από αυτούς αλλά και από πολλούς άλλους, αντλούμε την εμπειρία για να καταλήξουμε σε μερικές βασικές αρχές που καλό είναι να έχετε υπόψη σας για την περίπτωση που βρεθείτε κι εσείς σε αυτή τη δύσκολη θέση.

1. Παραδεχτείτε την αλήθεια. Η πρώτη βασική αρχή για την αντιμετώπιση του ροζ σκανδάλου είναι: παραδεχτείτε την αλήθεια όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, εφόσον βλέπετε ότι πλέον το πράγμα έχει ξεφύγει από τον έλεγχό σας και είναι ζήτημα χρόνου η δημοσιοποίησή του. Εάν βγείτε εσείς πρώτος και μιλήσετε ανοιχτά και ειλικρινά, τότε έχετε πολλές πιθανότητες να ελαχιστοποιήσετε το κόστος. Βέβαια, την «ομολογία» θα πρέπει να την κάνετε με κάποιες προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, δεν πρέπει να λειτουργήσετε εν βρασμώ ψυχής, γιατί μπορεί να κάνετε άσκοπες ενέργειες. Καλύτερα σιγουρευτείτε για την κατάσταση που έχετε να αντιμετωπίσετε και μετά μπορείτε να αναλάβετε δράση. Επίσης, καλύτερα να αποφύγετε να εκτεθείτε προσωπικά, δηλαδή να βγείτε στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο ή σε συνέντευξη Tύπου, γιατί σε αυτή την περίπτωση θα έχετε να αντιμετωπίσετε τους δημοσιογράφους, ενώ υπάρχει πάντα και η πιθανότητα να κάνετε φραστικά λάθη, να χάσετε την ψυχραιμία σας, να φανείτε αδύναμος κλπ. Είναι προτιμότερο να βγάλετε μια γραπτή δήλωση, που θα έχετε το χρόνο να τη μελετήσετε και να αποφύγετε τις παγίδες.

2. Καλύτερη η σιωπή από το ψέμα. Εάν, για οποιοδήποτε λόγο, δε θεωρείτε συνετό να αποκαλύψετε την αλήθεια, τότε, σε καμία περίπτωση, δε θα πρέπει να πείτε ψέματα. Είναι προτιμότερο να κρατήσετε το στόμα σας κλειστό, παρά να διακινδυνέψετε να εκτεθείτε περισσότερο στο μέλλον. Εξάλλου, εφόσον πρόκειται απλώς για μια «ροζ» ιστορία, χωρίς πολιτικές προεκτάσεις, πρέπει να τονιστεί ότι καλύπτεστε από το απόρρητο των προσωπικών δεδομένων σας, όπως κάθε πολίτης.

3. Αλλάξτε την ατζέντα. Όσο το δυνατόν συντομότερα, λίγο αφότου «σκάσει» η ιστορία, θα πρέπει να προσπαθήσετε να αλλάξετε την ατζέντα της επικαιρότητας. Δηλαδή, να στρέψετε το ενδιαφέρον του Τύπου και των πολιτών σε άλλες ειδήσεις. Εάν δεν υπάρχουν άλλες ειδήσεις, προσπαθήστε να δημιουργήσετε εσείς. Προτιμότερο θα ήταν να είναι ειδήσεις που αποδεικνύουν την ευαισθησία σας, που σχετίζονται με την οικογένεια κλπ.

4. Η οικογένεια, σανίδα σωτηρίας. Πρέπει, οπωσδήποτε, να δείξετε ότι έχετε στο πλευρό σας τους δικούς σας ανθρώπους, τη γυναίκα σας, τα παιδιά σας. Βγείτε με την οικογένειά σας από το σπίτι και φροντίστε να σας δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Πηγαίνετε μαζί στην εκκλησία, σε μια ταβέρνα, σε μια εκδήλωση. Δείχνετε ότι είστε άνθρωπος της οικογένειας που, μπορεί να παραστράτησε, όμως τον συγχώρησαν οι δικοί του άνθρωποι, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να τον συγχωρήσουν και οι υπόλοιποι. Άλλωστε, ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλλέτω…

5. Μη γίνετε ρίψασπις. Όταν βγει στη φόρα το σκάνδαλο, καλό είναι να μείνετε στον τόπο σας, να παλέψετε, να μη δείξετε ότι δειλιάσατε και αποσυρθήκατε. Επίσης, πρέπει να είστε εκεί για να έχετε έλεγχο της κατάστασης, για να ενημερώνεστε συνεχώς και να είστε έτοιμος να αντιδράσετε αν προκύψει και άλλη εμπλοκή. Όμως, όταν θα έχει περάσει η πρώτη μπόρα, όταν θα δείτε ότι το πράγμα έχει αρχίσει να ξεφουσκώνει, τότε βρείτε μια ευκαιρία να φύγετε από την πόλη σας, να πάτε ένα ταξίδι, κατά προτίμηση στο εξωτερικό με τη γυναίκα σας. Δείχνετε έτσι ότι πλέον το θέμα θεωρείται λήξαν. Είπατε όσα είχατε να πείτε, κάνατε ό,τι έπρεπε, δε μπορείτε πια να ασχολείστε συνέχεια με τα ίδια πράγματα. Έτσι, υποβαθμίζεται σταδιακά το ζήτημα και αυξάνεται ο ρυθμός της απομάκρυνσης του ενδιαφέροντος των πολιτών από αυτό.

6. Αν δεν σας πιάσουν στα «πράσα» χρεώστε τις κατηγορίες στους πολιτικούς σας αντιπάλους ως ψευδείς, προκατασκευασμένες και χειραγωγημένες. Άλλωστε ο χρόνος δουλεύει υπέρ σας μαζί με το τεκμήριο της αθωότητας.

7. Επειδή ο «κυνηγός» είναι πάντα «κυνηγός» θα πρέπει να αποφύγετε την κατ’ εξακολούθηση παράνομη θήρα και την αποφυγή πειρασμών, τουλάχιστον μέχρις ότου ξεκαθαριστεί η υπάρχουσα κρίση.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να έχετε στο νου σας ότι και άλλοι, πριν από εσάς, αντιμετώπισαν το ίδιο πρόβλημα και το ξεπέρασαν με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία. Ο Κένεντυ, ο Κλίντον τα κατάφεραν μια χαρά αν και είχαν περίσσευμα τεστοστερόνης. Όπως όλοι αυτοί έτσι κι εσείς δεν είστε «πολιτικά νεκροί». Και πάντα να έχετε στο νου σας την περίπτωση του Φρανσουά Μιτεράν που, όταν τον ρώτησαν για την εκτός γάμου κόρη του, απάντησε: «Ε, και λοιπόν;»

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΚΥΛΛΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗ ΧΑΡΥΒΔΗ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ


Του ΙΩΑΝΝΗ Γ. ΜΟΙΡΑ
Συμβούλου Στρατηγικής, Διευθυντή της Thinκ Politics

Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι οι δήμαρχοι και οι περιφερειάρχες, βρίσκονται ήδη εγκλωβισμένοι πολιτικά και επικοινωνιακά, στη δίνη των προβλημάτων που απορρέουν από τον Καλλικράτη. Χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία, αν τον περασμένο Νοέμβριο, κατήλθαν στις εκλογές με το χρίσμα και την κεντρική πλατφόρμα του ΠαΣοΚ, της Νέας Δημοκρατίας, ή άλλου κόμματος.
Oι κυβερνητικοί υποψήφιοι δεν έλαβαν απλά ένα χρίσμα, αλλά ανέλαβαν και την πολιτική υποχρέωση να ωραιοποιούν, ή και να εξιδανικεύουν σε ορισμένες περιπτώσεις, τη διοικητική μεταρρύθμιση. Και τώρα, αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων δύσκολο για αυτούς να επικαλεστούν τα θεσμικά κενά του Καλλικράτη, τις οργανωτικές του αδυναμίες, την υποχρηματοδότηση που προσφέρει στους ΟΤΑ, προκειμένου να δικαιολογηθούν στο εκλογικό σώμα που τους εξέλεξε, για κάθε καθυστέρηση, αναβολή, ή ματαίωση κάποιων από τις εξαγγελίες στις οποίες είχαν προβεί προεκλογικά.
Στον αντίποδα, όπως ήταν αναμενόμενο, οι αντικυβερνητικοί υποψήφιοι αναδείκνυαν τα τρωτά σημεία του Καλλικράτη σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και στηλίτευαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους για το γεγονός ότι τον υιοθετούσαν και τον υπερασπίζονταν. Ζητούσαν ωστόσο τη λαϊκή ψήφο, ισχυριζόμενοι ότι ακριβώς επειδή γνώριζαν (κατά την άποψή τους) καλά τα προβλήματα του Καλλικράτη και δεν είχαν καμιά πολιτική υποχρέωση να τα καλύψουν, ήταν και οι καταλληλότεροι να τα αντιμετωπίσουν στην πορεία, να τα υπερπηδήσουν και να προσφέρουν τις δικές τους εναλλακτικές λύσεις αντιμετώπισης των αυτοδιοικητικών τους ζητημάτων.
Έξι μήνες μετά τις εκλογές, τίποτα σημαντικό δεν έχει προχωρήσει σε δήμους και περιφέρειες. Το θεσμικό πλαίσιο του Καλλικράτη παρουσιάζεται ως εντελώς αντίθετο από επαρκές και κατάλληλο προκειμένου να δώσει ώθηση προόδου και ανάπτυξης στην Αυτοδιοίκηση. Αρκεί να φανταστεί κανείς ότι υπάρχουν νεοεκλεγμένοι που δεν έχουν λάβει καν τον πρώτο μισθό τους, ενώ σε πολλούς, αν όχι στους περισσότερους ΟΤΑ, δεν έχει καν εκλεγεί, μέσω από μία ενισχυμένη πλειοψηφία, συνήγορος του πολίτη. Ο οργανωτικός του κορμός, φορτωμένος με ένα σωρό ευθύνες και καθήκοντα, μοιάζει σαν ένα καρυδότσουφλο που βουλιάζει ανάμεσα στη Σκύλλα των αντιφάσεων και τη Χάρυβδη των αλληλεπικαλύψεων. Ενώ σε ότι αφορά τα οικονομικά, η αρχική υποχρηματοδότηση από το κεντρικό κράτος, συνδυαζόμενη με τη γενικότερη και συνεχώς εντεινόμενη περιοριστική πολιτική του Μνημονίου, καθώς και την αδυναμία επιβολής ενός ρεαλιστικού εσωτερικού μάνατζμεντ σε δήμους και περιφέρειες, δημιουργεί μία κατάσταση δύσκολη και σε ορισμένα παραδείγματα δραματική.
Ο Καλλικράτης αποδεικνύεται λοιπόν στην πράξη προβληματικός και τιμωρεί το ίδιο τους πολιτικούς του υποστηρικτές και τους πολιτικούς του αντιπάλους. Και τώρα, τι μπορούν να κάνουν δήμαρχοι και περιφερειάρχες για να διαχειριστούν τη θητεία τους (η οποία βρίσκεται μόλις στην αρχή της) πολιτικά και επικοινωνιακά;
Πολιτικά, δεν έχουν άλλο περιθώριο από το να προβούν σε μία συνετή διαχείριση, δίνοντας βάση στις άμεσες και βασικές προτεραιότητες που οφείλουν να υπηρετήσουν και αφήνοντας στην άκρη οτιδήποτε κρίνεται περιττό ή δευτερεύον. Για όλα αυτά απαιτείται φυσικά μία ορθολογική αξιολόγηση, καθώς και μία στρατηγική δόμησης εσωτερικών και εξωτερικών πολιτικών συμμαχιών. Παράλληλα, είτε πρόσκεινται φιλικά στην κυβέρνηση, είτε όχι, υποχρεώνονται να εντατικοποιήσουν την διεκδικητικότητά τους απέναντι στο κεντρικό κράτος, διότι υπό τις παρούσες οικονομικοπολιτικές συνθήκες που επιβάλλει το Μνημόνιο, όποιος ΟΤΑ ζητά τα λίγα, θα χάνει και τα ελάχιστα, ενώ όποιος ζητά τα πολλά, θα παίρνει στο τέλος έστω και τα λίγα. Με άλλα λόγια, μεγιστοποιώντας κάποιος δήμαρχος ή περιφερειάρχης τις απαιτήσεις του, θα κατορθώνει κατά πάσα πιθανότητα να διασφαλίζει έστω και τα απαραίτητα, κάτι που θα αποτελεί σχεδόν άθλο μέσα στη δίνη της κρίσης και της υστέρησης που βιώνουμε ως χώρα.
Επικοινωνιακά, απαιτείται ένας νέος τρόπος προσέγγισης του πολίτη, πάνω στη βάση της κοινής παραδοχής πραγματικών και αδιαμφισβήτητων δεδομένων και μία επανατοποθέτηση των στοχεύσεων αναφορικά με τα ζητήματα ενός δήμου ή μίας περιφέρειας με ρεαλιστικό μέτρο. Ανεξαρτήτως τι ισχυριζόταν κάθε υποψήφιος προεκλογικά, έξι μήνες μετά τις εκλογές καλείται να επικοινωνήσει με τους πολίτες με μοναδική αντικειμενική επιδίωξη την αναδιαπραγμάτευση μίας σχέσης εμπιστοσύνης και αλληλοστήριξης, ειδάλλως ενδέχεται κάποιοι δημοτικοί και περιφερειακοί συνδυασμοί να καταρρεύσουν υπό το βάρος των επερχόμενων εξελίξεων, οικονομικές και πολιτικές, οι οποίες υπολογίζεται ότι θα είναι δύσκολες ή και δυσμενείς.
Σε κάθε περίπτωση, δήμαρχοι και περιφερειάρχες καλούνται να προβούν αυτοβούλως σε ένα άμεσο repositioning, σύμφωνα με τις μεθόδους και τους κανόνες που οι ίδιοι θα επιλέξουν, πρωτού υποχρεωθούν τελικά να το κάνουν, κάτω από συνθήκες τις οποίες είναι πιθανό να μη μπορούν καν να ελέγξουν.