Στην πολιτική σκηνή, η
φράση "καλύτερα ο διάβολος που ξέρεις, παρά ο διάβολος που δεν
ξέρεις" δεν είναι απλώς μια κυνική διαπίστωση, αλλά ένας
θεμελιώδης κανόνας επιβίωσης και στρατηγικής.
Συχνά, το εκλογικό
σώμα και οι πολιτικοί αναλυτές έρχονται αντιμέτωποι με το δίλημμα αν αξίζει το
ρίσκο μιας ριζικής αλλαγής ή είναι προτιμότερη η παραμονή σε μια προβληματική,
αλλά γνώριμη κατάσταση;
Η προτίμηση στον
"γνώριμο διάβολο" πηγάζει από τον φόβο του αγνώστου.
Στην πολιτική, το
"άγνωστο" δεν μεταφράζεται μόνο σε ελπίδα, αλλά και σε
αβεβαιότητα. Ένας
ηγέτης με γνωστά ελαττώματα επιτρέπει στους πολίτες και στις αγορές να
προσαρμοστούν. Γνωρίζουμε τα όρια της διαφθοράς του, τις αδυναμίες της
ρητορικής του και το εύρος των αποτυχιών του. Αυτή η προβλεψιμότητα δημιουργεί μια ιδιότυπη αίσθηση
ασφάλειας.
Αντίθετα, ένας νέος
"σωτήρας" μπορεί να φέρει μαζί του κινδύνους που δεν έχουν ακόμη
χαρτογραφηθεί, οδηγώντας σε αστάθεια. Σε περιόδους κρίσης, η κοινωνία
τείνει να γίνεται συντηρητική.
Το "μη χείρον
βέλτιστον" επικρατεί, καθώς η πειραματική αλλαγή φαντάζει
πολυτέλεια.
Οι ψηφοφόροι συχνά
σκέφτονται "Αυτός τουλάχιστον ξέρουμε πώς
κινείται. Ο επόμενος μπορεί να είναι χειρότερος".
Αυτή η νοοτροπία
συντηρεί πολιτικά συστήματα που, αν και δυσλειτουργικά, παραμένουν
όρθια επειδή η εναλλακτική λύση φαντάζει σαν άλμα στο κενό. Ωστόσο, αυτή η
προσκόλληση στο γνώριμο έχει ένα βαρύ τίμημα, την γνωστή πολιτική στασιμότητα.
Όταν αποδεχόμαστε τον
"γνωστό διάβολο", ουσιαστικά συμβιβαζόμαστε με τη μετριότητα. Η
καινοτομία και η πρόοδος απαιτούν ρήξεις, και οι ρήξεις προϋποθέτουν την
αποδοχή του αγνώστου.
Αν η ιστορία γραφόταν
μόνο από όσους φοβόνταν τον "άγνωστο διάβολο", καμία μεγάλη
κοινωνική αλλαγή δεν θα είχε συμβεί ποτέ.
Ο "γνώριμος
διάβολος»" είναι το καταφύγιο της πολιτικής ρεαλιστικότητας. Είναι η
επιλογή εκείνων που προτιμούν τη διαχειρίσιμη φθορά από την ανεξέλεγκτη
ανατροπή.
Παρόλα αυτά, η υγεία
μιας δημοκρατίας κρίνεται από τη δύναμή της να ξεπερνά αυτόν τον φόβο και
να αναζητά, όχι έναν άλλον "διάβολο", αλλά την ουσιαστική
ανανέωση, ακόμα κι αν το μονοπάτι είναι αχαρτογράφητο.
